εύγνωστος

εὔγνωστος, -ον (Α)
1. πολύ γνωστός, οικείος
2. ευδιάκριτος, σαφής («εὔγνωστον... πότερος ἡμῶν ἔσθ' ὁ πονηρός», Δημοσθ.).
επίρρ...
εὐγνώστως
με σύνεση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔγνωστος — well known masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωστότερον — εὔγνωστος well known adverbial comp εὔγνωστος well known masc acc comp sg εὔγνωστος well known neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωστότατα — εὔγνωστος well known adverbial superl εὔγνωστος well known neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωστότατον — εὔγνωστος well known masc acc superl sg εὔγνωστος well known neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνώστως — εὔγνωστος well known adverbial εὔγνωστος well known masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔγνωστον — εὔγνωστος well known masc/fem acc sg εὔγνωστος well known neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωστότερα — εὔγνωστος well known neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωστότερος — εὔγνωστος well known masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνώστου — εὔγνωστος well known masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνώστους — εὔγνωστος well known masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.